Νέα και Δράσεις / Επικαιρότητα

Δημοσίευση των αναθεωρημένων ESRS και του Εθελοντικού Προτύπου Υποβολής Εκθέσεων Βιωσιμότητας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμοί 2026/1563 και 2026/1560 της Επιτροπής, της 3ης Ιουλίου 2026.

Ο πρώτος Κανονισμός τροποποιεί τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2023/2772 και θεσπίζει τα αναθεωρημένα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Υποβολής Εκθέσεων Βιωσιμότητας (ESRS). Ο δεύτερος θεσπίζει το πρότυπο υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας για εθελοντική χρήση από επιχειρήσεις που προστατεύονται από το «ανώτατο όριο της αλυσίδας αξίας» (“value chain cap”).

Ο κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) 2026/1563 αντικαθιστά εξ ολοκλήρου τα Παραρτήματα I και II του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2772, τα οποία περιλαμβάνουν, αντιστοίχως, τα ESRS και τα ακρωνύμια και το γλωσσάριο όρων (άρθρο 1).

Ο Κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις 10 Νοεμβρίου 2026 και εφαρμόζεται στα οικονομικά έτη που αρχίζουν την 1η Ιανουαρίου 2027 ή μεταγενέστερα (άρθρο 3). Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου και της 31ης Δεκεμβρίου 2026, οι επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2772 μπορούν να επιλέξουν μεταξύ των υφιστάμενων και των αναθεωρημένων ESRS. Οι επιχειρήσεις που επιλέγουν τα υφιστάμενα ESRS μπορούν, επιπλέον, να εφαρμόσουν οκτώ ρητώς απαριθμούμενες απαλλαγές του νέου ESRS 1. Σε κάθε περίπτωση, οφείλουν να αναφέρουν στη δήλωση βιωσιμότητας ποια έκδοση των προτύπων εφαρμόζουν (άρθρο 2 παρ. 1 και 2).

Μεταξύ των ουσιαστικών ρυθμίσεων των αναθεωρημένων ESRS περιλαμβάνονται:

  • η ρητή πρόβλεψη ότι η επιχείρηση δεν γνωστοποιεί πληροφορίες που προβλέπονται από απαίτηση γνωστοποίησης των ESRS ή από σημείο δεδομένων, εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν είναι σημαντικές. Το ίδιο ισχύει για μη σημαντικές πληροφορίες ειδικά ανά οντότητα, με την επιφύλαξη των συμπληρωματικών πληροφοριών του τμήματος 8.2 του ESRS 1 (ESRS 1, παρ. 24),

  • η προσέγγιση «από το γενικό στο ειδικό» (“top-down approach”), βάσει της οποίας η επιχείρηση μπορεί να καταλήξει, χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση, σε συμπέρασμα σχετικά με τη σημαντικότητα ή τη μη σημαντικότητα των επιπτώσεων, των κινδύνων ή των ευκαιριών για συγκεκριμένο θέμα ή υπο-θέμα, με βάση ανάλυση της στρατηγικής, του επιχειρηματικού μοντέλου, των τομέων δραστηριότητας, της γεωγραφικής παρουσίας και των χαρακτηριστικών της ανάντη και κατάντη αλυσίδας αξίας της. Εάν το συμπέρασμα δεν είναι προφανές, απαιτείται ειδική αξιολόγηση (ESRS 1, παρ. 27),

  • η δυνατότητα της επιχείρησης να χρησιμοποιεί, για τον καθορισμό του ορίου αναφοράς των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τη μέθοδο του μετοχικού κεφαλαίου ή του λειτουργικού ελέγχου, εναλλακτικά προς τη μέθοδο του οικονομικού ελέγχου (ESRS E1, Απαίτηση Εφαρμογής 19 για την παρ. 30),

  • η υποχρέωση επιχείρησης που γνωστοποιεί σχέδιο μετάβασης με στόχους μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου οι οποίοι δεν είναι συμβατοί με τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη στον 1,5 °C να το επισημαίνει ρητά. Η επιχείρηση οφείλει, ειδικότερα, να εξηγεί πώς οι τιμές-στόχοι της συγκρίνονται με τις αντίστοιχες τιμές αναφοράς και πώς έλαβε υπόψη τις μελλοντικές εξελίξεις (ESRS E1-1, Απαίτηση Εφαρμογής 2 για την παρ. 12 στοιχείο α), και

  • η πρόβλεψη ότι επιχείρηση η οποία διαχειρίζεται επενδύσεις για λογαριασμό πελατών, βάσει συμφωνημένης εντολής και καθήκοντος καταπιστευματοδόχου, χωρίς να διατηρεί τους κινδύνους ή τα οφέλη της κυριότητας, δεν αναμένεται, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, να παρέχει δεδομένα για τις συγκεκριμένες επενδύσεις (ESRS 1, Απαίτηση Εφαρμογής 37 για τις παρ. 62 και 63).

Οι μεταβατικές διατάξεις διαφοροποιούνται ανάλογα με το εάν πρόκειται για «επιχειρήσεις του πρώτου κύματος» και, εντός αυτής της κατηγορίας, ανάλογα με τον καθαρό κύκλο εργασιών και τον αριθμό των εργαζομένων τους. Ως επιχειρήσεις του πρώτου κύματος νοούνται όσες υποχρεούνται να υποβάλλουν εκθέσεις βιωσιμότητας για οικονομικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2026 (ESRS 1, παρ. 122).

Για τα οικονομικά έτη πριν από το 2027, οι επιχειρήσεις του πρώτου κύματος που υπερβαίνουν καθαρό κύκλο εργασιών 450 εκατ. ευρώ και μέσο αριθμό 1.000 εργαζομένων μπορούν να παραλείπουν τις απαιτήσεις γνωστοποίησης των ESRS E4, S2, S3 και S4. Οι επιχειρήσεις του πρώτου κύματος που δεν υπερβαίνουν τουλάχιστον ένα από τα ανωτέρω μεγέθη μπορούν να παραλείπουν τις απαιτήσεις γνωστοποίησης όλων των θεματικών προτύπων, με την επιφύλαξη συγκεκριμένων απαιτήσεων του ESRS 2 (ESRS 1, παρ. 125 και 126).

Οι επιχειρήσεις του πρώτου κύματος μπορούν επίσης:

  • να παραλείπουν, για τα οικονομικά έτη πριν από το 2028, όλες τις πληροφορίες σχετικά με τις αναμενόμενες χρηματοοικονομικές συνέπειες, με εξαίρεση ορισμένα στοιχεία του ESRS E1-11, και

  • να παραλείπουν, για τα οικονομικά έτη πριν από το 2030, τις σχετικές ποσοτικές πληροφορίες, με τις ίδιες εξαιρέσεις (ESRS 1, παρ. 125 στοιχεία β) και γ) και παρ. 126 στοιχεία β) και γ)).

Κατά τα τρία πρώτα οικονομικά έτη υπαγωγής στις απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, εάν δεν είναι διαθέσιμες όλες οι αναγκαίες πληροφορίες για την αλυσίδα αξίας, η επιχείρηση οφείλει να εξηγεί τις προσπάθειες που κατέβαλε για την απόκτησή τους, τους λόγους για τους οποίους δεν κατέστη δυνατή η συλλογή τους και τα σχέδιά της για την απόκτηση των πληροφοριών στο μέλλον (ESRS 1, παρ. 123).

Ως προς τις συγκριτικές πληροφορίες, οι λοιπές επιχειρήσεις απαλλάσσονται από τη σχετική υποχρέωση κατά το πρώτο οικονομικό έτος υποβολής εκθέσεων. Για τις επιχειρήσεις του πρώτου κύματος, η απαλλαγή κατά το πρώτο έτος εφαρμογής των αναθεωρημένων ESRS περιορίζεται στους ποσοτικούς δείκτες μέτρησης και στα ποσά που διαφέρουν από εκείνα που απαιτούνταν βάσει της πρώτης δέσμης ESRS (ESRS 1, παρ. 124).

Ο κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) 2026/1560 συμπληρώνει την Οδηγία 2013/34/ΕΕ και εκδίδεται βάσει του άρθρου 29γα παρ. 1 αυτής. Το προαιρετικό πρότυπο μπορούν να χρησιμοποιούν επιχειρήσεις που δεν υπόκεινται στις υποχρεωτικές απαιτήσεις των άρθρων 19α και 29α της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ (άρθρο 2 παρ. 1). Σύμφωνα με το Παράρτημα I, το πρότυπο προορίζεται για επιχειρήσεις οι οποίες, κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού τους, δεν υπερβαίνουν μέσο αριθμό 1.000 εργαζομένων κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος (Παράρτημα I, παρ. 2).

Το πρότυπο διατηρεί τη σπονδυλωτή διάρθρωση της Σύστασης (ΕΕ) 2025/1710 και αποτελείται από βασική και πλήρη ενότητα. Η βασική ενότητα αποτελεί την προσέγγιση-στόχο για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και την ελάχιστη απαίτηση για τις λοιπές επιχειρήσεις, ενώ η εφαρμογή της αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της πλήρους ενότητας. Ορισμένα σημεία δεδομένων είναι προαιρετικά για επιχειρήσεις με 10 ή λιγότερους εργαζομένους (Παράρτημα I, παρ. 6-8).

Το Προσάρτημα Γ του προτύπου περιλαμβάνει πίνακα αντιστοίχισης των σχετικών σημείων δεδομένων με τον Πίνακα 1 του SFDR, τα στοιχεία του Πυλώνα 3 της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών και τον Κανονισμό για τους δείκτες αναφοράς. Επιπλέον, στην αιτιολογική σκέψη 5 διευκρινίζεται ότι οι επιχειρήσεις που εφαρμόζουν το προαιρετικό πρότυπο δεν υποχρεούνται να ζητούν διασφάλιση των πληροφοριών που υποβάλλουν.

Το «ανώτατο όριο της αλυσίδας αξίας» αφορά τις πληροφορίες βιωσιμότητας που μπορούν να ζητούν οι επιχειρήσεις οι οποίες υπόκεινται στα άρθρα 19α και 29α της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ από επιχειρήσεις της αλυσίδας αξίας τους με μέσο αριθμό εργαζομένων που δεν υπερβαίνει τους 1.000 κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος (άρθρο 1 σημείο 1).

Το ανώτατο όριο περιλαμβάνει αποκλειστικά τα σημεία δεδομένων του Παραρτήματος II, το οποίο διακρίνει μεταξύ των γνωστοποιήσεων που αφορούν επιχειρήσεις με περισσότερους από 10 εργαζομένους και εκείνων που αφορούν επιχειρήσεις με 10 ή λιγότερους εργαζομένους (άρθρο 3 παρ. 2). Εφαρμόζεται μόνο στη συλλογή πληροφοριών για τους σκοπούς της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας βάσει της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ και δεν περιορίζει αιτήματα πληροφοριών που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση με άλλες υποχρεώσεις του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου.

Ο κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) 2026/1560 αρχίζει να ισχύει στις 24 Σεπτεμβρίου 2026. Το άρθρο 3, σχετικά με το ανώτατο όριο της αλυσίδας αξίας, εφαρμόζεται στα οικονομικά έτη που αρχίζουν την 1η Ιανουαρίου 2027 ή μεταγενέστερα (άρθρο 4).

Oι κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμοί 2026/1563 και 2026/1560